καλοκαιρινός


καλοκαιρινός
[калокэринос] εκ. летний.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καλοκαιρινός" в других словарях:

  • καλοκαιρινός — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καλοκαιρινός — ή, ό (Μ καλοκαιρινός, ή, όν) [καλοκαίρι] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο καλοκαίρι ή γίνεται κατά το καλοκαίρι, θερινός, καλοκαιριάτικος (α. «καλοκαιρινά ρούχα» β. «καλοκαιρινό ταξίδι». 2. φρ. «τό κάναμε καλοκαιρινό» φέραμε πλήρη αναστάτωση …   Dictionary of Greek

  • καλοκαιρινός — ή, ό θερινός: Tην καλοκαιρινή περίοδο πηγαίνουμε σε παραθαλάσσια μέρη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θερινοποίηση ή καλοκαιρινός λήθαργος — Είδος νάρκης στην οποία καταφεύγουν το καλοκαίρι πολλοί φυτικοί και ζωικοί οργανισμοί για να αντιμετωπίσουν την ξηρασία, την απώλεια υγρασίας και τη μειωμένη παρουσία τροφής. Κατά τη διάρκειά της ο ρυθμός αύξησης του οργανισμού μειώνεται αισθητά… …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • Lysimachos Kalokairinos — Lysimachos Andreas Kalokairinos (griechisch Λυσίμαχος Καλοκαιρινός; * um 1840 in Iraklio; † 25. August 1898 ebenda) war ein griechischer Politiker und Bruder des Hobbyarchäologen Minos Kalokairinos. Leben und Wirken Er war der älteste Sohn… …   Deutsch Wikipedia

  • Minos Kalokairinos — Minos Andreas Kalokairinos (griechisch Μίνως Καλοκαιρινός; * 1843 in Iraklio; † 1907 in Iraklio) war ein griechischer Archäologe. Er führte als erster Grabungen in Knossos auf Kreta durch. Er war der jüngste Sohn des kythirischen Händlers… …   Deutsch Wikipedia

  • -ινός — κατάλ. πολλών επιθέτων τής ελληνικής η οποία απαντά ήδη από τους ομηρικούς χρόνους και αποτελεί επαυξημένη μορφή τής κατάλ. νος (< IE * no ). Η κατάλ. ινός εμφανίζεται σε επίθετα που προέρχονται από ουσ. ή επιρρ. και σχηματίστηκε με απόσπαση… …   Dictionary of Greek

  • καλοκαιριάτικος — η, ο καλοκαιρινός, αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο καλοκαίρι. επίρρ... καλοκαιριάτικα σε εποχή καλοκαιριού, κατά το θέρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < καλοκαίρι + κατάλ. άτικος (πρβλ. κυριακ άτικος, μεσημερι άτικος)] …   Dictionary of Greek

  • καλοκαιριανός — (I) ή, ό [καλοκαίρι] καλοκαιρινός, θερινός. (II) καλοκαιριανός, ὁ (Α) ιατρ. ονομασία ενός κολλυρίου …   Dictionary of Greek